Ποιήματα μ’ επιλεγόμενα του Φ. Γενάρη

ΝΤΙΝΟΣ  ΜΑΗΣ (*)

 

 

Σ   Ι   Α   Ο

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Μ’ ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ  ΤΟΥ

 

Φ.   Γ Ε Ν Α Ρ Η

 

 

 

 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΠΕΝΤΑΔΑΣ”   ΑΡΙΘ.  1    ΤΙΜΗ  ΔΡΑΧ.  15

ΤΡΙΠΟΛΗ

1939

 

 

 

 

ΑΦΙΕΡΩΣΗ

 

ΣΟΣΑΣΤΗΘΗΧΤΥΠΙΟΥΝΤΑΙΑΠΤΗΝΕ

ΑΝΙΚΗΚΑΡΔΙΑΤΗΝΚΑΡΔΙΑΤΩΝΕΝΘ

ΟΥΣΙΑΣΜΩΝΚΑΙΤΩΝΟΝΕΙΡΩΝΤΗΝΚ

ΑΡΔΙΑΠΟΥΖΗΤΑΚΑΙΠΟΥΤΟΛΜΑ

ΣΟΣΕΣΚΑΡΔΙΕΣΣΚΕΠΑΖΟΝΤΑΠΟΣΤΗ

ΘΗΝΕΑΝΙΚΑΣΤΗΘΗΓΕΜΑΤΑΠΝΟΗΠ

ΟΥΠΑΛΛΟΝΤΑΙΜΠΡΟΣΤΑΣΤΗΝΟΜΟΡ

ΦΙΑΚΑΙΠΟΥΔΙΨΟΥΝΚΙΝΤΥΝΟΥΣ.

ΣΕΣΑΣΩΝΕΟΙΚΑΙΝΕΕΣΤΟΥΚΟΣΜΟΥ!

 

                                             ΝΤ. ΜΑΗΣ

 

 

 

 

ΣΤΟΝ  ΠΟΘΟ

 

Πέρνα βαρειέ κι ασύντριφτε,

     γιγαντωμένε πόθε,

και σύντριψε τις σάρκες μου.

     Μες στην καρδιά μου μπες,

και γίνε μια ψυχή μ’ εμέ

     κι ας σμίξουμε ως σμίγουν

μες στις ψυχές οι χαλασμοί

     οι αντάρες κι αστραπές

κι ορθοφτερώνουν τις καρδιές

     π’ ακράτητες πια πάνε

να συντριφτούν σαλεύοντας

     στα χείλη πάντα ωδές!

 

 

 

 

ΣΤΟ  ΘΑΝΑΤΟ  ΜΟΥ

 

 

Ποιος θάρθει να σε ράνει

     με μύρα όταν πεθάνεις;

 

Θα σε κηδέψουνε δίχως πόνο

     και θα σε θάψουνε δίχως τραγούδι.

Κι αν γίνεις άνθος και ξεφυτρώσεις

     στο μνήμα σου απάνω

      -- θα σε θερίσουν.

Κι αν τραγουδάκι, ζητάς για στρώμα

     κάποια καρδούλα

-- δε θα σ’ αφήσουν.

 

Κι όταν πεθαίνεις;

Κι όταν πεθαίνεις

κανείς δε θάρθει να σε ποτίσει

με μαύρα δάκρυα  να σε δροσίσει

Κανείς δε θάρθει...

Ούτ’ ένα χάδι   ούτε μια λέξη,

  [μια προσευχή...

Θάσαι μονάχος. Και θάνε νύχτα.

     τ’ άστρα σβησμένα... Βουβή κι η γη.

 

Και θα στενάζω και θα φωνάζω --

και θα φωνάζω και θα ζητώ

νάρθω σιμά σου να σε δροσίσω

και να σε ράνω και να σε κλείσω

μες στην καρδιά μου και να σε ζω!

 

Μ’ αλίμονό μου...

Βουβή η φωνή μου... Νεκρό παρακάλιο...

Νεκρός κι εγώ!

 

 

 

 

 

ΘΝΗΤΟΙ !   ΘΝΗΤΟΙ !

 

 

Στην παναρμόνια φθινοπωρινή θέλω τη δύση

     σε μια φωτόχυτη στιγμήν ηδονική

να γίνω ένα με Σένα, ω φύση!

     Ν’ απλώσω την περίφλεκτη ψυχή μου

μες στο ροδάφρισμα του ουράνιου ωκεανού.

     Να ρουφηχτώ, να διαλυθώ

στις αρμονίες μέσα των χρωμάτων,

     σαν όνειρον εφήβου ευγενικού...

Να μαγευτώ και να μεθύσω,

     τις σιωπηλές ακούγοντας φωνές των ουρα-

[νών!

Να σπαραχτώ και να δακρύσω

     τις συντριμένες μελωδίες των ανθρωπίνων

        [σπαραγμών,

λιβανωτά, ν’ ανέρχωνται  αγροικώντας, στα πό-

     [δια των Θεών!

Και θα ρουφήξω

     κάθε θριαμβική κι αθώρητη

στα μάτια των θνητών θωριά Σου, ω φύση!

Θα κυλιστώ ηδονικά

     στη χλόη των αστεριών και των ηλίων!

και θα λουστώ στα νάματα

     των πιον ανήκουστων θεϊκών ανασασμών!

 

Και θα απορήσω!

     Και τίποτ’ από Σε πιο πάνω δε θα βρω!

ω συντριμένη μελωδία των ανθρώπων,

     της καρδιάς τρέμισμα εσύ σπαραχτικό!

 

 

 

 

ΜΗΝ  ΚΛΑΙΣ  ΠΙΑ

 

 

Σώπα! Μην μιλάς. Μην κλαις πια!

     Διώξε τον πόνο σου απ’ την καρδιά σου,

φέρ’ τον στα χείλη σου, κάν’ τον ψυχή!

Κάν’ τον τραγούδισμα που να μεθάει

     που να δακρύζει και να θρηνεί

πότε καλέσματα για την Αγάπη,

πότε μηνύματα στη ντροπαλή

     παιδούλα ελπίδα...

 

Σώπα!

 

     Ας μη θολώσουν πια τη ματιά σου

των θρήνων οι θολοί λυγμοί...

Κι άσ’ τη βροχή --κι άσ’ τη βροχή

     του πόνου ν’ αργοπέφτει,

και να σπαράζει σαν προσευχή

     το μήνυμά της μες στην ψυχή σου...

Είν’ η βροχή του πόνου

     τόσο απλή, τόσο μικρή

που δεν αξίζει ούτ’ ένα δάκρυσμα

     στην άκρη του ματιού

ούτ’ ένα θρήνο  κι ούτε καν

     έν’ αφανέρωτο στα χείλη ανασασμό

για ένα “Γιατί” !

 

 

 

 

ΤΟ  ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΜΑ  ΤΩΝ  ΙΚΑΡΩΝ

 

 

Νοιώθω μέσα μου μια φλόγα

       να με λυώνει και να με σώνει!

  Νοιώθω μέσα μου ν’ ανοίγονται φτερά

     και να με υψώνουν

πέρα σε χώρες μ’ ανήκουστη Αρμονία,

     και με μι’ αθώρητη Ομορφιά!

Νοιώθω βαθειά μου έν’ αγιούπα

   να με τρώει και να με θεμελιώνει!

 

     Κι είμ’ έτοιμος να υψώσω το μέτωπό μου,

          και να σηκώσω τα στήθη μου

               στα ύψη των Θεών!

     Κι είμ’ έτοιμος να πω:

 

-- Θ ε ο ί !   Θ ε ο ί !

         Γ ε ν ν ή θ η κ ε   ο   Θ ε ό ς   σ α ς !

Ν ο ι ώ θ ω   β α θ ε ι ά   μ ο υ    τ η ν   υ π έ ρ -

                                                   [ θ ε η   π ν ο ή

π ο υ   θ α   σ α ς   υ π ο τ ά ξ ε ι !

 

Τόπα και μούγκρισεν ο τόπος

     στην ιερήν ορμήν του λόγου.

Κι απόρησαν τ’ ανήξερα πουλιά

     και σώπασαν την προσευχή...

Τα χόρτα συντριμένα σαλευτήκαν,

     και τ’ άνθη μαραθήκαν...

Κι ως κι ο λαμπρός ο Ηλιος

     οπούσμιγεν σ’ ερωτικά αγκαλιάσματα,

πιο πίσω απ’ τα βουνά του κάμπου, με τη

                                                            [Γη,

     έτρεξε να κρυφτεί απορημένος...

  Κι ευθύς ήρθε και σκέπασε την Πλάση,

      Νύχτα άφεγγη βαθειά και σιωπηλή...

 

Και τότε μέσ’ από τη Γη και μέσ’ απ’ τα ουράνια

μέσ’ απ’ τα χόρτα και μέσ’ απ’ τ’ άνθη

      και μέσ’ από το κάθε τι

      άρχισε ν’ αναδεύει μια μουρμούρα...

 

Ηταν σαν κύλισμα ξερόφυλλων

στην παγωμένη γη ---

        χιλιόστηθος ανασμός ----

                             ανατριχίλα...

 

 

 

Και σε μι’ ανείπωτη  στιγή  (στιγμή ; )

όλ’ η πελώρι’ αυτή θροή

   παίρνει ρυθμό και παίρνει νόημα

κι ακούστηκαν μεσ’ στη βαθειά σιωπή

          τρεις λέξεις:

                         --- Δ ε ν   ε ί σ α ι   σ υ !

 

...........................................................................

 

     Ητανε μια κηδεία θλιβερή...

         Κανείς δεν ακολούθα...

     Στην ξύλινη την κάσα ένα παιδί...

        Κι είχε την όψη τόσο ευγενική, τόσο λεπτή.

                     Ενα παιδί...

 

 

 

 

 

 

ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ        

** (Βλ. σημείωση στο τέλος του κειμένου)

 

 

Δεν είναι συνήθεια, μα θα ‘πρεπε να γίνει, ύστερ’ από κάθε έργο κάτι να βρίσκεται που να βοηθάει τον αναγνώστη να μπει στα βάθη της ψυχής του δημιουργού για να ολοκληρωθεί έτσι η αποστολή του έργου. Τούτο το έργο που ζητάει νάναι ένα παιχνίδι στα χέρια όλων, απαιτεί την πλέρια γνώση. Ο,τι διαιστάνθηκ’ ο δημιουργός τ’ ολοκληρώνει ο αναγνώστης. Ο ερμηνευτής τραβάει λίγο και τους δυο για να “άρη” το κενό που πάντα υπήρχε ανάμεσά τους.

 

Ενα ξέσπασμα νεανικής ψυχής πρέπει να διακρίνουμε σε τούτα τα ποιήματα, μια ψυχή που ‘νοιωσε το γύρω της κόσμο και τον εαυτό της και ξεχείλισε από πόθο, πόνο και θαυμασμό. Τα ‘νοιωσε να ‘ρχωνται για να φεύγουν και χάρηκε ή νοστάλγησε την ομορφιά τους. “έφερε στα χείλη της” τη νοσταλγία αυτή και τη χαρά και “τα ‘κανε τραγούδισμα”. Στο “μην κλαις πια” μας το λέει καθαρά. “Διώξε τον πόνο σου απ’ την καρδιά σου - φέρ’ τον στα χείλη σου κάν’τον ψυχή -κάν’τον τραγούδισμα που να μεθάει -που να δακρύζει και να θρηνεί -πότε καλέσματα για την αγάπη -πότε μηνύματα στην ντροπαλή -παιδούλα ελπίδα...”. Η συλλογή αρχίζει με την επίκληση “Στον πόθο”. Μια καθαρή Διονυσιακή μέθη, του πρόσταξε αυτό το δωδεκάστιχο. Η Διονυσιακή μέθη, η αγνή, η καθάρια, η αιώνια, φανερώνεται ολόκληρη στον “Πόθο”. “Πέρνα βαρειέ κι ασύντριφτε, γιγαντωμένε πόθε, -και σύντριψε τις σάρκες μου...”. Το σύντριμα της σάρκας είναι η εξίσωσή του με τη φύση. Το βγάλσιμο απ’ τα στενά όρια που τον ζώνουν. Ετσι φαντάζει στο “Θνητοί! Θνητοί!...” όπου θέλει “Στην παναρμόνια φθινοπωρινή τη δύση -να γίνει ένα με τη φύση!”. Με μια τέτοια ταύτιση ενώνεται και με τον πόθο. Ο πόθος για τον ποιητή είναι κάτι το εξωτερικώτερο και η είσοδό του στην καρδιά έχει σκοπό να μεταμορφωθεί μαζί της σε μια ψυχή. Τώρα νοιώθουμε καλά τον ποιητικό αυτό πόθο, που στέκει πιο ψηλά απ’ ό,τι κοινά λέμε “Πόθο!”. Είν’ ο πόθος που θ’ ανοίξει έναν ολόκληρο αγώνα μαζί του, όμοιον μ’ αυτούς τους ψυχικούς αγώνες “π’ ορθοφτερώνουν τις καρδιές -και τις πάνε ακράτητες να συντριφτούν -σαλεύοντας στα χείλη πάντα ωδές!...”  (1)  Ενα σύντριμα -μας προλέει- θα ‘ναι το τέλος αυτής της ένωσης. Το ποίημα κρύβει νόημα τραγικό, που δείχνει πως ο ποιητής κάτι γνώρισε από τραγικότητα ζωής. Αυτό μας το φανερώνει το ακόλουθο ποίημα “Στο θάνατό μου!”. Στο ποιητικό σύντριμα που ‘δαμε πιο πάνω μοιάζει σα συμπλήρωμα το ποίημ’ αυτό. Σ’ έναν τέτοιο θάνατο δεν πρέπει να καρτερεί κανείς ανθρώπινη συμπόνια γιατί “αν γίνεις άνθος και ξεφυτρώσεις στο μνήμα σου απάνω -θα σε θερίσουν...”. Οχι μόνο οι άνθρωποι μα και τα στοιχεία εγκαταλείπουν τον τέτοιο μελλοθάνατο. “Θάσαι μονάχος και θάναι νύχτα. Τ’ άστρα σβησμένα... βουβή κι η γη!” Και μόνο η ποιητική ψυχή του το “σπαραχτικό τρέμισμα της καρδιάς” όπως λέει στ’ άλλο ποίημα, θα θέλει να δώσει μια παρηγοριά μα θάναι χωρίς πόθο, θάναι κι αυτή νεκρή!...

 

Στο ποίημα “Θνητοί! Θνητοί!...” στην ταύτισή του με τη φύση αξιοποιεί όλη τη φύση που θα του προσφέρει την πιο τρανή χαρά, όμως μόνο “στη συντριμένη μελωδία των ανθρώπων” βρίσκει “της καρδιάς το τρέμισμα το σπαραχτικό!”. Ενας ποιητικός ανθρωπισμός αναδεύει δω μέσα και μοιάζει να μας οικτίρει γιατί δεν εκτιμήσαμε “της καρδιάς το τρέμισμα...”.

 

(1) Είν’ ένα είδος elan, μια πίστη, που στιγμές-στιγμές κινάει την ψυχή για τις μεγάλες κατακτήσεις.

 

Υστερ’ απ’ την έξαρση του σπαραγμού της καρδιάς, θα καρτερούσαμε να μας παινέσει τον πόνο που το προκαλεί. Φαίνετ’ όμως πως δεν είναι ολομόναχο αίτιο ο πόνος και γι’ αυτό κάτι άλλο προτρέπει. Να μην τον προσέχουμε γιατ’ είναι τιποτένιος. “Είν’ η βροχή του πόνου -τόσο απλή, τόσο μικρή -που δεν αξίζει ούτ’ ένα δάκρυσμα -στην άκρη του ματιού... -ούτ’ ένα θρήνο. Κι ούτε καν έν’ αφανέρωτο στα χείλη ανασασμό -για ένα “Γιατί” --”

 

Στο τελευταίο ποίημα “Το τραγούδισμα των Ικάρων” ένας Νιτσεϊκός άνθρωπος ξεπετιέται, που νοιώθει μέσα του βαθειά μια υπέρθεη πνοή. Είν’ ο άνθρωπος που τον γιγάντωσ’ ο πόθος και τον ενεθάρρυνε το τρέμισμα της ανθρώπινης καρδιάς, ο άνθρωπος π’ αψήφησε τον πόνο κι όμως δείλιασε σαν άκουσε τρεις λέξεις: “Δεν είσαι Συ!”. Ο εξωτερικός πόθος σαν ένοιωσε τον εξωτερικό εχθρό πέθανε κι ο ποιητής είδε “Μια θλιβερή κηδεία, που κανείς δεν ακολούθα” κι ο νεκρός “ήταν ένα παιδί”. Οταν σταμάτησε ο ενθουσιασμός και κόπηκ’ η ορμή ακλούθησ’ η κηδεία. Το ποίημα είναι καθαρό ξεπέταγμα της λεπτής νεανικής ψυχής που γεμάτη ορμή και θάρρος σκοπεύει να γκρεμίσει τα παλιά για να χτίσει νέα. Ο ποιητής με τα λιγοστά του τούτα τραγούδια μας ζωγράφισε ζωηρά την ανήσυχη κι αγνή νεανική ψυχή. Την ψυχή π’ όλα τ’ αψηφά, κι όλα νοιώθει πως είναι γι’ αυτή κι όμως της τ’ αρνούνται. Χωρίς να υποστηρίζω πως θέλησε να μας κάνει Ηθική, βλέπω όμως πως μας έδειξε ότι σαν κάποιος “Πόθος” μας γιγαντώσει την καρδιά, κι υψώσουμε τ’ ανάστημά μας, συναντάμε τη μουρμούρα και την ανατριχίλα των σερπετών και τ’ αχούγιασμα όλων που μας φωνάζουν “Δεν είστε σεις” ή πιο καλά “Δεν αξίζετε” κι έτσι ακολουθάμε τη θλιβερή κηδεία μας.

 

Θάπρεπε τάχα να συνεχίσει το κακό;

 

Τίποτ’ άλλο αν δεν είναι τούτ’ η Συλλογή είναι όμως καθώς κρύβει το νεανικό παράπονο, έν’ ανύψωμα του νεανικού αναστήματος ενάντια στη ζωή. --Κι ας ακούσει απ’ όλα τα σερπετά:

 

“Δεν είσαι Συ!”

ΦΟΙΒΟΣ  ΓΕΝΑΡΗΣ

  

 

 

 

* Ποιητικό ψευδώνυμο του Μίκη Θεοδωράκη με το οποίο δημοσίευσε την πρώτη του αυτή ποιητική συλλογή.

** Το κείμενο αυτό το έγραψε ο συμμαθητής και φίλος του Μίκη Θεοδωράκη Γρηγόρης Κωνσταντινόπουλος με το ψευδώνυμο Φοίβος Γενάρης. Υπήρχε στο βιβλιαράκι που εκδόθηκε τότε με τίτλο ΣΙΑΟ ως επίλογος. 

ΔΕΙΤΕ/ΑΚΟΥΣΤΕ/ΔΙΑΒΑΣΤΕ



türk ifşa escort cep müzik indir https://www.bogazdagezi.com/ https://www.bogazturuteknesi.com/ betgram betgram giriş



türk ifşa escort cep müzik indir https://www.bogazdagezi.com/ https://www.bogazturuteknesi.com/ betgram betgram giriş