Πέντε στρατιώτες

Πώς βρέθηκα με μιας τόσο μακριά;

(Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω

Πόσο εκμηδενίζεται η στιγμή

όταν κάθεσαι ανάμεσα σε δύο φώτα).   

 

- Αναγκάστηκα να αμυνθώ για τη ζωή μου

Είχα τόσο μυστικά διαρρεύσει απ’ το σώμα μου

κι είχε σκορπίσει τριγύρω μου  

ώστε ήμουν δεμένος αναπόσπαστα

με τα πράγματα και τους άλλους.  

 

- Προχωρήσαμε μαζί 

σφιχτοδεμένοι

με αλλαγμένες τις καρδιές μας

από στήθος σε στήθος.

Δεν είχαμε δικαίωμα να μιλήσουμε

με τον εαυτό μας.

- Γυρίσαμε σχεδόν μαζί τα μάτια:

Στο βάθος του ορίζοντα

χίλια πουλιά ασύνταχτα σβήναν.

 

 

- Είχαμε ήδη διανύσει περπατώντας

μια μεγάλη απόσταση.

Στο σημείο αυτό που βρισκόμαστε

μπορέσαμε να διακρίνουμε 

μια κόκκινη πινακίδα.

Υποθέσαμε πως μπορεί αυτό να σημαίνει                           

κάποιο ορόσημο που χωρίζει                                             

το παρόν απ’ το μέλλον.                                                       

- Σφίξαμε τότε το λουρί της κάσκας στο μάγουλο                  

προσπαθώντας ν’ αναπνεύσουμε

με τον παγωμένο αέρα

κάποια σκέψη που ν’ αντέχει

μέσα σ’ αυτό το θλιβερό τοπίο.

 

Οι τοίχοι των σπιτιών

ξαποστέλνουν πίσω τρομαγμένοι

τους ήχους των βημάτων μας.

Βλέπουμε τους ίσκιους μας

να καθρεφτίζονται κουρασμένοι

μες στα συννεφιασμένα μάτια του ουρανού

καθώς περπατούμε προσεχτικά

πιασμένοι χέρι με χέρι

πλάι στο σύνορο που χαράζει

το ανασηκωμένο φρύδι του πολέμου.

 

 

Πίσω απ’ τις σκοτεινές πολυκατοικίες

παραμονεύει το τριχωτό    

χέρι του Πολύφημου.

Είμαστε πέντε σύντροφοι

πιασμένοι χέρι με χέρι

με την καρδιά ξεπλυμένη

στο χιόνι της νύχτας

και τα λιβάδια της Άνοιξης

ζωγραφισμένα.  

 

Σε λίγο άρχισε ν’ αστράφτει

Την πρώτη φορά τα μάτια μου 

δακρύσανε απ’ το φως

Μετά συνήθισα έτσι ώστε να μπορώ να διακρίνω

το χέρι της μητέρας μου

καθώς ήρθε να μου δροσίσει τα βλέφαρα.

 

Κρατώ στο χέρι την αραβίδα μου

και βρίσκομαι χωμένος στη λάσπη ως το λαιμό.

Για μια στιγμή αισθάνθηκα το κεφάλι  

να ξεκολλά απ’ το σώμα μου 

και να πηγαίνει σε άλλο σώμα

κι έπειτα σε άλλο και σε άλλο.

Ο τόπος γέμισε με ακέφαλα πτώματα

και μόνο το κεφάλι μου γυρίζει

από σώμα σε σώμα.

Τί γίνηκαν λοιπόν τα κεφάλια 

των συντρόφων μου;

 

Κάποιος τράβηξε το παραπέτασμα της βροχής

κι ένοιωσα σα να ήμουν μόνος

προσπάθησα τότε με την ευκαιρία αυτή

να ρίξω μια ματιά στον εαυτό μου.

 

(Τα σύννεφα δεν απέχουνε πολύ απ’ τη γη  

Έχουν κατεβεί ’  [έχει κατεβεί]

πιστεύω πως μέχρι το πρωί

δεν θα υπάρχει πια τίποτα.

Θ’ αρχίσουν απ’ τις ψηλές πολυκατοικίες

και τα φουγάρα των εργοστασίων στον Πειραιά.

Οι τοίχοι θα λυγίζουν και θα σπάζουν λίγο λίγο

Έπειτα θα ‘ρθει η σειρά των σπιτιών.

Τελευταίοι θα λιώσουν οι συνοικισμοί

κι οι ξύλινες παράγκες στο Δουργούτι).

 

 

 

Τότε στην απέναντι γωνιά από μας  

φάνηκαν τέσσερις άντρες

Ήσανε τέσσερις άντρες της Αρχαίας Αθήνας

με χειμωνιάτικες χοντρές χλαμύδες.

Ήταν πια καιρός γιατί το χώμα

είχε γίνει ρευστό και τρικυμισμένο

Περάσαμε συρτά στο μέρος τους

κι όλοι αντάμα βλέπαμε

την Πολιτεία μας

να κλυδωνίζεται τριγύρω

ακυβέρνητη και μεθυσμένη.

 

Σιγά σιγά εντελώς απροσδόκητα

πλάι σ’ αυτούς τους άντρες

καταλάβαμε πως είμαστε άνθρωποι

κι έχουμε στο στήθος καρδιά

Τα Γερμανικά κράνη

κατεβασμένα πάνω στο μέτωπο

δεν μας εμπόδιζαν τώρα να δούμε τα μάτια μας

Η Αγαπημένη μου

με χαιρετούσε στην είσοδο του πάρκου

με το θαλασσί της μαντήλι.

 

Όμως μάταια

Μια βουή άρχισε να ξεσηκώνεται

απ’ την μιαν άκρη της Πολιτείας έως την άλλη

Βουτήξαμε τότε αμέσως κι οι πέντε

στην τρικυμισμένη θάλασσα

Καθώς κολυμπούσαμε

για πρώτη φορά νοιώσαμε την καρδιά μας

να γέρνει σαν κυπαρίσσι  

Φτάσαμε στη λεωφόρο και διακρίναμε

την ατέλειωτη σειρά των κρεμασμένων.   

Η Μητέρα μου κι η Αγαπημένη μου

Η Μητέρα μου κι η Αγαπημένη μου

Η Μητέρα μου κι η Αγαπημένη μου

Χίλιες φορές

Η Μητέρα μου κι η Αγαπημένη μου

Κι από πάνω

περνώντας τα βλήματα των πλοίων του Φαλήρου

να σχηματίζουν μια γιορτινή

πολύχρωμη αλέα.

 

Οι πέντε σύντροφοι ανησύχησαν καθώς αργούσαμε

Κρατούσαν γερά όμως στο πόστο μας

Στις στιγμιαίες λάμψεις του πολυβόλου

μπορούσε κανείς να διακρίνει

την λεπτή κόκκινη κλωστή που ένωνε τις καρδιές μας.

 

Ο ουρανός και τα σύννεφα

κατεβαίνανε ολοένα προς την πολιτεία

Γύρω μας η θάλασσα φούσκωνε

και τα κύματα

μας κάψανε στο πρόσωπο τα μάτια

Απ’ το λόφο του Αρδηττού

ακούστηκε κάποιο χωνί να σβήνει

“Η Αθήνα δεν πεθαίνει. Νικά”.

Όμως η αυγή δεν έλεγε να ‘ρθει.   

 

Ο ουρανός με τα σύννεφα

καθώς κατεβαίνει έχει ακουμπήσει   

τις ψηλές πολυκατοικίες

και τα φουγάρα των εργοστασίων του Πειραιά

Κι η θάλασσα από κάτω ανεβαίνει και μας αρπάζει.

 

Ξαφνικά μέσα στην τρικυμία φάνηκε ένα φως

κι η φωνή σου αντήχησε δυνατά   

πριν προλάβει το κύμα να την αρπάξει

Ήταν τόσο γερή ώστε να μας στηρίξει

για αρκετήν ώρα στην επιφάνεια.

Όμως ήταν πια αργά   

Τώρα ακριβώς που οι καρδιές μας

άνοιγαν ξανά διάπλατα τις πόρτες τους

στην αγάπη της γης

βρέθηκε να στερέψει με μιας η απέραντη θάλασσα

και τα κύματα γίνηκαν μαύρα πουλιά

Η φωνή σου μας ήταν άχρηστη πια      

έτσι καθώς βρισκόμαστε ξαπλωμένοι

ανάμεσα στα ερείπια

κι οι άλλοι να περνούν και να μας πατούν.

 

Παλέψαμε με τα κύματα κει πάνω στη θάλασσα

μέρα νύχτα

κι όμως δε μάθαμε τίποτα πιο πάνω

απ’ ό,τι ξέρει μια σταγόνα γης

Ρωτήστε το μικρό φυλλαράκι που σιγοπαίζει με τον 

                                                             άνεμο

πάνω στο δέντρο της αυλής σας

και θα σας πει για ποιο λόγο

δρασκελίσαμε με τόση αγάπη

το σύνορο του θανάτου

οι πέντε αμούστακοι στρατιώτες του Δεκεμβρίου.

 

Μ. Γ. Θεοδωράκης

Αθήνα

1946

 

 

 

 

 

 

ΔΕΙΤΕ/ΑΚΟΥΣΤΕ/ΔΙΑΒΑΣΤΕ



türk ifşa escort cep müzik indir https://www.bogazdagezi.com/ https://www.bogazturuteknesi.com/ betgram betgram giriş



türk ifşa escort cep müzik indir https://www.bogazdagezi.com/ https://www.bogazturuteknesi.com/ betgram betgram giriş