Αρχιπέλαγος

1960

Περιγραφή:

Ποίηση: Νίκος Γκάτσος, Οδυσσέας Ελύτης, Γιάννης Θεοδωράκης, Δημήτρης Χριστοδούλου, Πάνος Κοκκινοπουλος, Μίκης Θεοδωράκης

Σύνθεση: 1959 – 1961 – Αθήνα – Λονδίνο – (1957, Παρίσι “Αν θυμηθείς τ' όνειρό μου”)

Πρώτη ηχογράφηση:

Οκτώβριος του 1960, “Μυρτιά”, “Αν θυμηθείς τ' όνειρό μου”, Μάνος Χατζιδάκις – Γιοβανα, Studio Columbia, ηχολήπτης ο Νικος Κανελοπουλος.

Δεύτερη ηχογράφηση:

Οκτώβριος του 1960 (όλα τα τραγούδια) Μαίρη Λίντα, Γρηγόρης Μπιθικωτσης, Καιτη Θυμη, Αντώνης Κλειδωνιαρης, Μανώλης Χιώτης, Studio Columbia, ηχολήπτης ο Νίκος Κανελοπουλος, εξώφυλλο από τον Μποστ.

 

Από τις σημειώσεις του συνθέτη για το ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ και την ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Αύγουστος και Σεπτέμβριος του 1960.

 

Στην Επίδαυρο παίζονται οι ΦΟΙΝΙΣΣΕΣ με την πρώτη μουσική υπόκρουση που γράφω για τραγωδία.

 

Πριν έξι μήνες, τον χειμώνα του 1959, ο Μινωτής ήρθε στο Παρίσι ειδικά για μένα. Συναντηθήκαμε στο ξενοδοχείο του, στο Γκραντ Οτέλ, κοντά στην Όπερα, κι όλο το απόγευμα μου μιλούσε για το έργο.

 

Ο Μινωτής, ο Ρίτσος και ο Τσαρούχης ήταν οι Έλληνες με τον αρτιότερο και πιο μεστό προφορικό λόγο. Όταν μιλούσαν, μπορούσα να τους ακούω μετ τις ώρες μην τολμώντας να διακόψω τον ειρμό στον υπέροχο κόσμο των γνώσεων και των ιδεών τους.

 

Μόλις έφυγε, στρώθηκα στη δουλειά. Μέναμε τότε στη Rue de la Fontaine 28, στο ένατο διαμέρισμα, μετά την Place de la Rebuplique. Η Μαργαρίτα ήταν μόλις ενός έτους και η Μυρτώ ήταν πάλι έγκυος. Ο Γιώργος γεννήθηκε στις 5 Μαΐου του 1960. Το μεγάλο για μας γεγονός είναι αποτυπωμένο στο κάτω μέρος τις παρτιτούρας. Όπως και η δολοφονία του μαύρου ηγέτη του Κογκό Λουμούμπα.

 

Οι ΦΟΙΝΙΣΣΕΣ ανέβηκαν σε σκηνοθεσία του Αλέξη Μινωτή και με πρωταγωνιστές την Κατίνα Παξινού, τον Θάνο Κωτσόπουλο, την Άννα Συνοδινού και τον ίδιο τον Μινωτή. Τον γυναικείο χορό τον αποτελούσαν 25 υπέροχα κορίτσια που τα είχε ντύσει ο Φωκάς. Το σκηνικό ήταν του Κλώνη. Η ορχήστρα ζωντανή, κρυμμένη κάτω από τις ξύλινες κατασκευές του ανακτόρου των Θηβών, με δική μου διεύθυνση.

 

Ήταν ωραία εποχή να κάνεις πρόβες στο μαγικό τοπίο της Επιδαύρου και μετά τους μυθικούς ήρωες, κλεισμένος στο στούντιο της Κολούμπια, μια τσιμεντένια αποθήκη που έκαιγε το καλοκαίρι σαν φούρνος, να διευθύνεις τον Μανώλη Χιώτη και τους άλλους λαϊκούς μουσικούς και μπροστά στο μικρόφωνο να τραγουδά ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης με σεκόντο την Καίτη Θύμη, αρθρώνοντας με τον δικό του μοναδικό τρόπο τους στίχους του Ρίτσου.

 

Μιλώ για τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ. Οι δύο εκδόσεις, η μια με Χατζιδάκι – Μούσχουρη και η άλλη με Χιώτη – Μπιθικώτση, δεν είχαν καλά καλά κυκλοφορήσει, όμως στην Αθήνα εκείνης της εποχής – ανθρώπινη ακόμα – ό,τι συνέβαινε στο χώρο της τέχνης, γινόταν αμέσως γνωστό. Έτσι όλοι μιλούσαν για τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ κι ας μην το είχαν ακούσει. Λίγο αργότερα θ' άρχιζε ο “πόλεμος των Επιταφίων”. Όποιος θέλει να μάθει λεπτομέρειες, δεν έχει παρά να διαβάσει το βιβλίο που έγραψα τότε με τίτλο : ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ.

 

Από το Παρίσι η μεν Μυρτώ με το νεογέννητο ήρθαν αεροπορικώς στην Αθήνα (τη Μαργαρίτα την είχα φέρει λίγο πριν), εγώ δε ξεκίνησα με το Μπογκουάρντ φορτωμένο βαριά με βιβλία και νότες οδικώς. Λίγο πριν τη Σιών στην Ελβετία παρά λίγο να σκοτωθώ... Τελικά με φόρτωσαν σε αεροπλάνο της Swissair στη Γενεύη, ενώ το αυτοκίνητο, αφού το επισκεύασαν, μας το έστειλαν αργότερα.

 

Έτσι με το Μπογκουάρντ, με ανοιγμένη τη σκεπή, διασχίζαμε την πλατεία Κολωνακίου, η Μυρτώ κι εγώ, κάποιο απόγευμα του Σεπτεμβρίου. Την εποχή εκείνη κυκλοφορούσαν πολύ λίγα αυτοκίνητα και δεν υπήρχαν ακόμα τα κόκκινα και τα πράσινα φανάρια. Στο πεζοδρόμιο ενός ζαχαροπλαστείου, στη γωνία της πλατείας με την Πατριάρχου Ιωακείμ, κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι ο Χατζιδάκις, ο Γκάτσος και ο Σπυρομήλιος, πλοίαρχος εν αποστρατεία και Γενικός Διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ), προσωπικός φίλος του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή. Καθώς προσπερνούσαμε, μας κάλεσαν να πάρουμε κάτι μαζί τους. Έτσι ο Νίκος Γκάτσος γνώρισε τη Μυρτώ.

 

Την άλλη μέρα το μεσημέρι, στο στέκι του ΦΛΟΚΑ, μου δίνει ένα ποίημα και μου εξηγεί: Μ' άρεσε πολύ η γυναίκα σου και της έγραψα αυτούς τους στίχους που έχουν τον τίτλο ΜΥΡΤΙΑ. Το πήρα λέγοντάς του θαρρώ “Αύριο θα σ' το τραγουδήσω”.

 

Έτσι γεννήθηκε η ΜΥΡΤΙΑ που έμελλε να γίνει το πρώτο μου μεγάλο σουξέ. Το τραγούδησε πρώτα η Γιοβάνα με ενορχήστρωση και διεύθυνση του Μάνου Χατζιδάκι. Απ' την άλλη πλευρά ου δίσκου βάλαμε, τι άλλο, τη ΝΥΧΤΑ ΓΑΜΟΥ, πρώτη διεθνή μου επιτυχία, (ηχογραφημένη το 1963 στο Λονδίνο από τους Μπητλς), όπου ο Νίκος Γκάτσος προσάρμοσε ελληνικούς στίχους με τον τίτλο ΑΝ ΘΥΜΗΘΕΙΣ Τ' ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ.

Σε λίγο διηύθυνα και εγώ για την Κολούμπια αυτά τα δυο τραγούδια σε δική μου διασκευή με τη Μαίρη Λίντα και τον Χιώτη. Ο Μάνος συνεργαζόταν πάντα με τον Πατσιφά, τη Fidelity.

 

Μετά τη Λίντα ακολούθησε η λαϊκή version της Μυρτιάς με τον Μπιθικώτση. Όμως αυτή τη φορά το ζευγάρωμα έγινε μ' ένα άλλο τραγούδι για το οποίο έγραψε ειδικά στίχους ο Γκάτσος : ΕΙΧΑ ΦΥΤΕΨΕΙ ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ.

 

Το τέταρτο τραγούδι  με τη συνεργασία του Νίκου Γκάτσου που υπάρχει στον κύκλο ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ είναι το ΡΟΔΟΣΤΑΜΟ. Να με λίγα λόγια ποια είναι η ιστορία του.

Είχα έρθει για λίγες μέρες στην Αθήνα από το Παρίσι τον Γενάρη – Φλεβάρη του '61. Η οικογένειά μου ήταν πάντα στη Rue de la Fontaine au Roi κι εγώ δούλευα πιο πολύ στο Λονδίνο γράφοντας μουσική για ταινίες.

 

Το φιλικό ζεύγος Θέμελη που είχε ένα μικρό δισκάδικο, τον ΚΥΚΛΟ, στην οδό Καραγιώργη Σερβίας, οργάνωσε μια δεξίωση προς τιμήν μου. Θυμάμαι πως βρισκόμαστε όλοι μαζί στριμωγμένοι σ' ένα μικρό και ζεστό υπόγειο με πίνακες στους τοίχους, όταν ο Γκάτσος με πλησίασε και μου είπε:
    - Γνωρίζοντας πως θα σε συναντήσω έγραψα αυτούς τους στίχους. Ίσως να σε εμπνεύσουν...


Όποιος γνωρίζει τον Νίκο Γκάτσο, μπορεί να φανταστεί πόση αδιαφορία βάζει στη φωνή του προκειμένου να πει ακόμα και τα πιο σημαντικά πράγματα. Εκείνο το “Μπορεί να σε εμπνεύσουν”, θα έλεγα πως το έλεγε ειρωνικά για το ίδιο του το ποίημα...

Μετά τη δεξίωση θυμάμαι πως πήγα στο κέντρο που εμφανιζόταν η Μαίρη Λίντα και ο Μανώλης Χιώτης. Ήταν απέναντι από το Μουσείο στην οδό Σκαραμαγκά, εκεί που σήμερα βρίσκεται το Studio Polysound. Ξημερώματα με πήγαν στο αεροδρόμιο. Ο ουρανός πεντακάθαρος έλαμψε με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Η θάλασσα γαλάζια. Η Αθήνα κάτασπρη. Ύστερα από πέντε ώρες ταξίδι – με τα τετρακινητήρια ελικοφόρα της εποχής – φτάνω σ' ένα Λονδίνο σκοτεινό, βυθισμένο μέσα στη μαύρη κατάμαυρη ομίχλη... Ο παραγωγός και ο σκηνοθέτης με βάζουν γρήγορα γρήγορα στο τεράστιο Austin. Καθώς μου μιλούν, η καρδιά μου σφίγγεται. Ο νους δεν μπορεί να το χωρέσει, πως από το τόσο φως βρίσκομαι ξαφνικά σε τόσο σκοτάδι...

 

Μπαίνουμε στο Σόχο και σταματάμε μπροστά σ' ένα απ' τα πολλά λιλιπούτεια κινηματογραφικά στούντιο. Η ταινία ονομάζεται “Τα μάτια της γάτας”. Σκηνές φρίκης ξετυλίγονται μπροστά μου, έτσι που κλείνω τα μάτια. Βάζω το χέρι στην τσέπη και βγάζω το χαρτάκι με τους στίχους του Γκάτσου. Αισθάνομαι όμορφα. Ανοίγω το φωτάκι κι ενώ τα μάτια της γάτας ανακαλύπτουν το δολοφόνο, εγώ τραγουδώ μέσα μου το ΡΟΔΟΣΤΑΜΟ. Χαράζω πεντάγραμμο και γράφω τις νότες. Οι παραγωγοί ενθουσιασμένοι νομίζουν ότι είναι το φιλμ που με εμπνέει. Μόλις ανάβουν τα φώτα, τους λέω : Είναι τόσο ενδιαφέρουσα η ταινία σας που θα πρέπει να την ξαναδώ!

 

Στο Παρίσι θα γράψω γι' αυτό το φιλμ μια από τις ωραιότερες μουσικές μου για φιλμ, που λίγο αργότερα, στο Studio Sheperton στο Λονδίνο, θα τη διευθύνω ο ίδιος έχοντας μπροστά μου μια μεγάλη συμφωνική ορχήστρα. Δυστυχώς η παρτιτούρα χάθηκε και μόνο η μουσική μένει, όμως το φιλμ που να βρίσκεται; Στην Αθήνα ήρθε το καλοκαίρι του '62. πήγαμε στο Σινέ Παρί στην Πλάκα, σε μια ταράτσα, να το δούμε. Εγώ ήμουν σκαστός απ' το Σανατόριο στην Πεντέλη.

 

Το ΡΟΔΟΣΤΑΜΟ το ηχογραφήσαμε μέσα στους πρώτους μήνες του 1961 με τη Μαίρη Λίντα και τον Χιώτη και έγινε αμέσως μεγάλη επιτυχία, όσο, μπορώ να πω, κι η ΜΥΡΤΙΑ.

Στο μεταξύ η συνάντηση και η συνεργασία μου με δυο νεότερους ποιητές – τον Τάσο Λειβαδίτη και τον Δημήτρη Χριστοδούλου – θα βοηθούσε τη μουσική μου ν' ακολουθήσει νέους δρόμους. Μαζί τους ολοκλήρωσα δύο μεγάλους λαϊκούς κύκλους τραγουδιών μου, το ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ και την ΠΟΛΙΤΕΙΑ.

 

Όμως πριν αναφερθώ σ' αυτούς, θα πρέπει να υπογραμμίσω την αστραπιαία, θα έλεγα, συνεργασία μου με τον Οδυσσέα Ελύτη. Βρισκόμαστε πάντα σε κείνες τις γόνιμες μέρες του τέλους του '60, μετά την κυκλοφορία των δύο ΕΠΙΤΑΦΙΩΝ. Πολλά μεσημέρια τα περνούσαμε στου Φλόκα και συχνά μετά πηγαίναμε στο σπίτι του Μάνου, στο Παγκράτι. Φαίνεται πως κάποιο φθινοπωρινό απόγευμα έπαιξα στο πιάνο ένα από τα τραγούδια σε στίχους Βαλαωρίτη, που τα προόριζα για τους μαθητές. Είχε γράψει μερικά και ο Χατζιδάκις κι όλα μαζί τα υποβάλαμε στο Υπουργείο Παιδείας γι' αυτό το σκοπό. Απάντηση όμως δεν πήραμε κι έτσι οι μουσικές μας χάθηκαν... Όμως το τραγούδι που μου είχε εμπνεύσει ο Βαλαωρίτης, όταν ήμουν 13 ετών στον Πύργο της Ηλείας, άρεσε στον Ελύτη που έβαλε νέους στόχους. Έτσι γεννήθηκε το ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΥΡΟ ΚΑΙ ΤΖΙΑ, που δισκογράφησαν αμέσως η Λίντα και ο Μπιθικώτσης.

 

Στο Παρίσι, απ' τον Οκτώβριο του '60 ως την Άνοιξη του '61, έγραψα κι εγώ τους στίχους σε τραγούδια που μπήκαν στο ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ, όπως η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΑΡΓΑΡΩ, το ΠΑΛΙΚΑΡΙ, η ΑΠΑΓΩΓΗ και το ΠΑΜΕ ΒΟΛΤΑ ΣΤΑ ΧΑΝΙΑ, ενώ ο αδελφός μου ο Γιάννης μου έστειλε τη ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ.

 

Ο Πάνος Κοκκινόπουλος, καθηγητής, δούλευε εργάτης στο εργοστάσιο δίσκων της Κολούμπια. Κάποια μέρα που με πήγαν να δω πως κατασκευάζεται ένας δίσκος, σταθήκαμε μπροστά σε μια πρέσα παρακολουθώντας τη διαδικασία. Τότε ο Κοκκινόπουλος, αφού πρώτα μου συστήθηκε, μου έδωσε μια σελίδα με στίχους, που φαίνεται πως κουβαλούσε μαζί του. Έτσι γεννήθηκε η ΡΟΔΙΑ.

 

Απ' τη δυάδα των νέων τότε ποιητών πρώτος ήρθε στο σπίτι μου στη Νέα Σμύρνη ο Τάσος Λειβαδίτης. Παλιοί φίλοι και συναγωνιστές απ' τον καιρό της ΕΠΟΝ    , είχαμε χαθεί και τώρα ξανασμίγαμε, φθινόπωρο του '60, πάντα κάτω από τον αστερισμό του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ, που όπως φαίνεται είχε ερεθίσει πολλούς ποιητές. Ποιός απ' αυτούς δεν θα ήθελε να πάει η ποίηση του στα χείλη του λαού με τα φτερά της μελωδίας;


Πάντως το πρώτο τραγούδι της συνεργασίας μας με τον Τάσο ήταν το ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΑΓΙΑ, που έγινε συγχρόνως η απαρχή του άλλου κύκλου με τον τίτλο ΠΟΛΙΤΕΙΑ. Τώρα, γιατί ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ και γιατί ΠΟΛΙΤΕΙΑ; Ας πούμε πως ήθελα να τιμήσω τη Θάλασσα και την Πόλη. Η πρώτη, φωτεινή, ανάερη, στο ρυθμό του συρτού• η δεύτερη, βαριά και σκοτεινή, στο ρυθμό του χασάπικου και του ζεϊμπέκικου. Τα δύο συστατικά μου, μιας και γεννήθηκα στο Αιγαίο και έζησα βασικά στην Αθήνα.

 

Θυμάμαι πως έπαιξα στον Λειβαδίτη το έργο μέρος ενός κοντσέρτου για πιάνο που είχα συνθέσει τότε, κι ο Τάσος την άλλη μέρα μου έφερε τους στίχους. Το τραγούδι αυτό, ου το ηχογράφησα αμέσως με τον Μπιθικώτση, έγινε διαμιάς η πολύ μεγάλη λαϊκή επιτυχία που σκέπασε όλες τις άλλες αναδεικνύοντας έναν άλλο Μπιθικώτση. Φυσικά, στο μέλλον, ο Γρηγόρης μας ξάφνιασε ούλους με τα εκπληκτικά άλματά του προς τα πάνω, που κορυφώθηκαν στη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ περνώντας από το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.

Τα άλλα δύο μεγάλα και ιερατικά ζεϊμπέκικα του Λειβαδίτη ήταν το ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ και το ΒΡΕΧΕΙ ΣΤΗ ΦΤΩΧΟΓΕΙΤΟΝΙΑ. Το πρώτο το τραγούδησε ο Στέλιος Καζαντζίδης, βασικός ερμηνευτής της ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ. Το δεύτερο ο Μπιθικώτσης.

 

Ο Δημήτρης Χριστοδούλου μου έδωσε στίχους. Έγραψε μια σειρά ποιήματα εμπνευσμένος απ' τη μέθη εκείνης της εποχής κι εγώ κουβαλούσα μαζί μου τους στίχους του και τους στίχους του Λειβαδίτη στις σκοτεινές πόλεις της Ευρώπης, στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Με τη μικρή Μαργαρίτα στα πόδια μου, συνέθεσα έτσι πάνω στα ποιήματα των Χριστοδούλου και Λειβαδίτη τα υπόλοιπα τραγούδια του ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ και της ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ, δηλαδή τα: Θ' ΑΦΗΣΩ ΤΗ ΜΑΝΟΥΛΑ ΜΟΥ, ΦΕΥΓΩ ΜΑΚΡΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ, ΚΑΗΜΟΣ, ΒΡΑΧΟ ΒΡΑΧΟ, ΠΑΡΑΠΟΝΟ του Χριστοδούλου και το ΕΧΩ ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ του Λειβαδίτη.

 

Η ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ γράφτηκε περίεργα. Θυμάμαι πως πήγαινα προς την Κολούμπια για ηχογράφηση, όταν μου ήρθε ξαφνικά η μελωδία. Φρέναρα απότομα μπροστά στο θέατρο Καλουτά για να σημειώσω στο πεντάγραμμο τη μουσική. Ο αδελφός μου ο Γιάννης, δημοσιογράφος στην Αυγή, μου είχε μιλήσει για τον αγώνα που έκαναν οι πρόσφυγες να σώσουν τις παράγκες τους στην Δραπετσώνα. Τηλεφώνησα στον Λειβαδίτη το ίδιο απόγευμα για να του παίξω στο πιάνο το τραγούδι και κείνος έγραψε τους στίχους. Σε μια βδομάδα το ηχογράφησα με τον Μπιθικώτση.

 

Όταν ο Στέλιος Καζαντζίδης τραγούδησε το ΒΡΑΧΟ ΒΡΑΧΟ που έσπασε τότε όλα τα ρεκόρ πωλήσεων, ήταν ήδη ένας βασιλιάς του λαϊκού τραγουδιού. Όμως μαζί μου θυμήθηκε τον άλλο εαυτό του, τον καταπιεσμένο, της προσφυγιάς και της Μακρονήσου, έτσι που έβγαλε όλη την τρυφερότητα και την αγάπη που τον πλημμυρίζανε. Γίναμε φίλοι κολλητοί. Μαζί φυσικά και η Μαρινέλλα. Συχνά κοιμόμασταν κάτω απ' την ίδια στέγη, ιδιαίτερα μετά τα λουκούλλεια γεύματα στη Δροσιά με πεϊνιρλί και όλες τις ποντιακές λιχουδιές.

 

Σκέφτομαι πως εκείνες οι μοναδικές ερμηνείες του Μπιθικώτση, του Χιώτη, της Λίντας και του Καζαντζίδη δεν θα μπορούσαν να γίνουν, αν δεν υπήρχε διάχυτο και ισχυρό το αίσθημα της φιλίας και του αμοιβαίου θαυμασμού. Πίστευα στις φωνές και στην τέχνη τους σα να 'ταν θεοί. Ίσως τα ίδια αισθήματα να γέμιζαν τότε τις καρδιές τους για μένα, για να τραγουδήσουν με κείνη την απαράμιλλη τέχνη που έκανε όλους τους Έλληνες κυριολεκτικά να μεθύσουν με το τραγούδι.


(Ένα γράμμα του Οδυσσέα Ελύτη σχετικά με το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ και το ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΥΡΟ ΚΑΙ ΤΖΙΑ)

 

14 Νοεμβρίου 1960

Αγαπητέ μου Μίκη,
Φάκελλο με νότες πρώτη φορά έλαβα στη ζωή μου – και αυτό πολύ με συγκίνησε. Μόνο που δεν ήξερα να τις διαβάσω! Τελικά, βρήκα ένα νεαρό σπουδάζοντα μουσική, που μου τις τραγούδησε και μου τις έπαιξε με το ένα δάχτυλο στο πιάνο. Εντυπώσεις; Να σου πω : αν δεν με είχες προειδοποιήσει ότι πρόκειται όχι για το αρχικό σχέδιο αλλά για τραγούδια, θα έλεγα ότι παραβρίσκω απλές τις μελωδίες αυτές ανάλογα με τα κείμενα. Τώρα όμως επικροτώ και χειροκροτώ και ανυπομονώ να τ' ακούσω στην ολοκληρωμένη τους απόδοση. Τι μπορεί να γίνει; Τι σκέπτεσαι; Είμαι αγράμματος στη μουσική, το ξέρεις, και περιμένω να με φωτίσεις. Εγώ πάντως τα βλέπω και σε μια ραδιοφωνική παρουσίαση του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ σαν χορωδιακές διακοπές στην ανάγνωση των κειμένων. Δεν θα ήθελα όμως να παραμελήσουμε και το άλλο σχέδιο – χωρίς να σημαίνει ότι είναι κάτι βιαστικό. Φτάνει να το 'χεις στο νου σου και ξέρω ότι θα 'ρθει• έχω εμπιστοσύνη σε σένα.

 

Το Ανάμεσα Σύρο και Τζιά το ξετρύπωσα και σου το στέλνω σαν χαιρετισμό της πατρίδας. Θέλεις όμως διόρθωμα που ου το κάνω αργότερα, αν σε εμπνεύσει. Για την ώρα δεν σ' εμποδίζει αφού ο ρυθμός δεν αλλάζει. Τώρα μάλιστα που το ξαναείδα μου 'κανε κέφι, και δεν αποκλείω την περίπτωση να σου γράψω λόγια σε δοσμένες μελωδίες. Μπορείς να μου στείλεις τους ρυθμούς με τη γνωστή μέθοδο. Φυσικά, δεν σου υπόσχομαι και σίγουρα. Είμαστε έρμαια των ψυχικών μας διαθέσεων – και στις ημέρες μας αλλάζουν τόσο γρήγορα!


Περιμένω απάντηση και οδηγίες και μελλοντικά σχέδια.

Με όλη μου την αγάπη
Οδυσσέας Ελύτης.



test