Οδοιπορικό του Μίκη Θεοδωράκη στα Χανιά - Επίσκεψη Μίκη Θεοδωράκη στο Θέρισο

20.09.2011

ΕΡΑΤΟΣΘΕΝΗΣ Γ. ΚΑΨΩΜΕΝΟΣ
 
X A I Ρ E T I Σ M O Σ   Σ T O   M I K H
(Θέρισο, 20. 09. 2011 )
 

Ως Κρητικός και ως πολίτης αυτού του τόπου, όπου η ανεξαρτησία είναι τρόπος ύπαρξης ανεξάρτητα από τις όποιες δυσμενείς συνθήκες, καλωσορίζω θερμά την Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών κι Εσένα προσωπικά, αγαπημένε μας Μίκη, στο ιστορικό χωριό του Θερίσου  ένα χώρο όπου "η Μνήμη καίει ακόμη, άκαυτη βάτος" και σφραγίζει την επιλογή σας να ξεκινήσετε από δώ, με μια πλούσια κι ευανάγνωστη σημειολογία.  Το κίνημα του Θερίσου (τό Μάρτιο του 1905) είχε ως κύριο αίτημα την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, σημαδεύοντας την οριστική ρήξη με το καθεστώς της αυτονομίας που επέβαλαν στην Κρήτη οι Ξένες δυνάμεις. Και μέσα σε οχτώ μήνες επικράτησε σ' όλη την ύπαιθρο και επέβαλε τους όρους του: την απομάκρυνση του Πρίγκιπα αρμοστή, φορέα της ξένης εντολής, και την αλλαγή διακυβέρνησης, που άνοιξε το δρόμο για την πολυπόθητη Ένωση.

Υπάρχει ένας ιδιαίτερος τρόπος να βιώνομε την Ιστορία, χαρακτηριστικά ελληνικός.  Η ιστορία στην κοινή συνείδηση δεν είναι κατ' ανάγκη - και δεν είναι μόνο - η συνειδητή γνώση ή ανάμνηση μιας αιτιακής διαδοχής γεγονότων που συνέβησαν σε κάποιο παρελθόν και που τα ανακαλούμε εάν και όταν υπάρχει χρεία. Είναι ένα σταθερό και διαρκές βίωμα, ζωντανό κι ενεργητικό μέσα μας. Μέσα στην κάθε στιγμή ενυπάρχει ολόκληρη η ιστορική διαχρονία ζούμε μέσα στο κάθε παρόν την αιωνιότητα, μέσα στο νυν το αιέν,  όπως μοναδικά το διατύπωσε ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης στο Άξιον Εστί.

Και δε χρειάζεται καθόλου να τά 'χομε μάθει στο σχολείο. Αντίθετα, θα τολμούσα να πω, οι πιο στέρεοι φορείς του ιστορικού μας βιώματος είναι οι απλοί αγράμματοι άνθρωποι της ελληνικής υπαίθρου, οι ορεινοί και οι θαλασσινοί μας. Γι' αυτό - μην έχετε έγνοια - καμιά πονηρή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να μας τα πάρει. Γιατί είναι συστατικό στοιχείο του τόπου μας και της πολιτισμικής μας ιδιοσυστασίας.

Αυτό είναι που διακρίνει τους πολιτισμούς της εντοπιότητας, όπως ο δικός μας. Ο γενέθλιος χώρος, ο τόπος, η φύση και η κουλτούρα του είναι που διαμορφώνουν κατά προτεραιότητα την ταυτότητά μας. Ο χρόνος ενσωματώνεται στο χώρο, σε μια ενιαία αντίληψη του χωροχρόνου. Η ιστορία γίνεται στοιχείο συστατικό του τόπου, παίρνει σχεδόν υλική υπόσταση, συλλαμβάνεται με τις αισθήσεις. Έτσι η φύση γίνεται ο πιο αυθεντικός φορέας της συλλογικής μνήμης.  Λέει ο Ελύτης, που τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του γιορτάζομε φέτος: "Η θάλασσα είναι η κληρονόμος της ελληνικής παράδοσης". Αυτό πάει να πεί ότι κι αν ακόμα εμείς οι ευάλωτοι άνθρωποι της πόλης, απολέσομε πλήρως τον πολιτισμό μας, φτάνει να γυρίσομε στον τόπο μας, στην ελληνική φύση, για να τον ξαναμάθομε από την αρχή. Και δεν εννοούμε μόνο τα αρχαία μνημεία και τα βυζαντινά ξωκλήσια που βρίσκομε σπαρμένα σε κάθε  μας βήμα, μέσα στην ελληνική ύπαιθρο. Δε μιλούμε μόνο για τις ιστορίες και τις παραδόσεις που μας διηγούνται ο παππούς και η γιαγιά μας. Μιλούμε γι' αυτές τις κορφές, γι' αυτά τα λαγκάδια, τους βράχους, τ' ακρογιάλια, τα πέλαγα μιλούμε για τη γιαγιά ελιά, τα μυριστικά βότανα,  τ' απροσκύνητα κυπαρίσσια. Μιλούμε προπάντων γι' αυτούς τους ανθρώπους, για το ήθος τους, το περήφανο βλέμμα, το ιλαρό πρόσωπο, τη γενναιόδωρη φιλοξενία. Η Ιστορία, η Μνήμη δεν είναι γι' αυτούς υπόθεση εγκεφαλική είναι η ίδια η βιολογική τους υπόσταση, η δυναμική της ψυχής τους, ο αυθόρμητος τρόπος που αντιδρούν απέναντι στις εξωτερικές προκλήσεις. Το πρότυπο των παππούδων και των πατεράδων τους, που θυσιάστηκαν για τη λευτεριά, καθορίζει τη ζωή τους και τη μοίρα τους, κι ας μην το ξέρουν. Στο μυθικό σύμπαν του λαού μας ζώντες και νεκροί είναι μία κοινότητα, δεμένη με άρρηκτους δεσμούς αλληλεγγύης και συνυπευθυνότητας.

Έκανες καλά, έκανες λαμπρά, Μίκη μου, που γύρισες, σαν το μυθικόν Ανταίο, στον τόπο των πατέρων σου, και μάλιστα, σ' αυτό τον τόπο, το Θέρισο, τον κατάφορτο από ιερούς ίσκιους και μνήμες ηρωισμού, να ρουφήξεις το δυναμογόνο αέρα του, για να φυσήξεις και να κάμεις τη σπίθα πυρκαϊά.  Καλή στραθιά στους νέους αγώνες σου, παλίκαρε!

Κράτα, για το δρόμο, το ελπιδοφόρο μήνυμα ενός άλλου μεγάλου ποιητή, που τον γιορτάζομε κι εκείνον εφέτος, του Άγγελου Σικελιανού:
 
                     Το γένος, βουλιαγμένο μες στον αιώνα,
                     να λυτρωθεί μονάχο του μπορεί.
                     Μα να ξυπνήσει πρέπει η πλέρια Μνήμη
                     βαθιά του αδάμαστη και τρομερή.
 
                    Κανείς δε θα ξεφύγει τη γενιά του!
                    Το βάρος της θα σκώσει ως τη στιγμή
                    που βγαίνοντας από τη λησμονιά του
                    στο φως που πια δε στέκουν δισταγμοί,
 
                    της ζωής θα να ντυθεί την πανοπλία
                    και μ' ακέριο τον άγιο σκελετό
                    των περασμένων, θα στηθεί στη γή του
                    με το κεφάλι αλύγιστο κι ορτό.